προσφορά
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
προσφορά
- pɾo.sfoˈɾa
同じ発音 πρόσφορα
由来
προσφορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσφορά < προσφέρω, προσ- + φορ- (φέρω) + -ά
名詞 προσφορά · προσφορές · προσφοράς · προσφορών
- η ενέργεια του προσφέρω, το να δίνεις σε κάποιον κάτι με επισημότητα σε ένδειξη σεβασμού ή αγάπης ή θρησκευτικής λατρείας κ.λπ. Οι προσφορές των πιστών προς τους θεούς ήταν ήδη στο βωμό για τη θυσία.
- το σύνολο όσων έχει προσφέρει κάποιος
- η συμβολή, το αξιόλογο έργο που έχει επιτελέσει κάποιος η προσφορά του στον τομέα της επιστήμης ήταν μεγάλη.
- η πρόταση που υποβάλλει ένας οίκος σε υποψήφιο αγοραστή για την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών, ιδιαίτερα στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού· η επιχειρηματική πρόταση, πχ αυτή για την εξαγορά μιας επιχείρησης Οι φάκελοι των προσφορών πρέπει να κατατεθούν κλειστοί πριν την ημερομηνία και ώρα που λήγει ο διαγωνισμός.
-
η διάθεση ενός προϊόντος σε ειδική τιμή, χαμηλότερη από εκείνη που συνηθίζεται είτε από αυτόν που το διαθέτει είτε γενικά στην αγορά
類語: έκπτωση
- η διαθέσιμη ή προσφερόμενη προς αγορά ποσότητα ενός οικονομικού αγαθού σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή περίοδο
類語: δόσιμο, παροχή, συνεισφορά, χορηγία · 反対語: ζήτηση
類義語・対義語
名詞
類語: δόσιμο, παροχή, συνεισφορά, χορηγία · 反対語: ζήτηση
英語で
この単語について話す "προσφορά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. προσφορά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC "προσφορά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {προσφορά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}