πιονιέρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιονιέρος
- pçoˈɲe.ɾos
Where it comes from
πιονιέρος < (λόγιο δάνειο) γαλλική pionnier (σκαπανέας στρατιωτικού σώματος) και με την επίδραση του αγγλικού pioneer (πρωτοπόρος) + -ος < μέση γαλλική pionier (=πεζικάριος) < παλαιά γαλλικά peonier < peon (=πεζικάριος) < υστερολατινική pedo < pes < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pṓds· → δείτε και πιόνι
noun πιονιέρος · πιονιέροι · πιονιέρου · πιονιέρων · πιονιέρο · πιονιέρους
- αυτός που πρωτοπορεί ※ Με τις φάτσες των υπολοίπων επιβατών ολοκληρώνεται μια ανθρωπογεωγραφία της Άγριας Δύσης: πιονιέροι, άξεστοι τυχοδιώκτες και μεθύστακες κυνηγοί, φανατισμένοι ιεραπόστολοι που ξορκίζουν τους ειδωλολάτρες «κοκκινομούρηδες». (@kathimerini.gr)
Similar: πρωτοπόρος, ρηξικέλευθος, σκαπανέας, μπροστάρης
Thesaurus
noun
Similar: πρωτοπόρος, ρηξικέλευθος, σκαπανέας, μπροστάρης
In English
- pioneer member of a child organization in the Soviet bloc
Talk about this word "πιονιέρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πιονιέρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82 "πιονιέρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιονιέρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}