σκουπίδι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκουπίδι
- skuˈpi.ði
Where it comes from
σκουπίδι < σκουπ(ίζω) + -ίδι
noun σκουπίδι · σκουπίδια · σκουπιδιού · σκουπιδιών
- άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί ※ Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμο
- αντικείμενο χαμηλής ποιότητας
- ανόητος ή κακοήθης άνθρωπος
In English
- waste useless by-products, garbage
Talk about this word "σκουπίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σκουπίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9 "σκουπίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκουπίδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}