σκουπίδι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκουπίδι

  • skuˈpi.ði

Where it comes from

σκουπίδι < σκουπ(ίζω) + -ίδι

noun σκουπίδι · σκουπίδια · σκουπιδιού · σκουπιδιών

  1. άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί ※ Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμο

    Similar: απόρριμμα, απόβλητο, φρόκαλο

  2. figuratively, μεταφορικά αντικείμενο χαμηλής ποιότητας
  3. offensive, μειωτικό ανόητος ή κακοήθης άνθρωπος

In English

  • waste useless by-products, garbage

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκουπίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκουπίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9

Chicago

"σκουπίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκουπίδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}