στουπί
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στουπί¹
- stuˈpi
Where it comes from
στουπί < μεσαιωνική ελληνική στουπί < (ελληνιστική κοινή) στουππίον < αρχαία ελληνική στυππεῖον
noun στουπί · στουπιά · στουπιού · στουπιών
- μάζα από ίνες βαμβακιού, λιναριού κλπ.·που χρησιμοποιείται κυρίως στον καθαρισμό από λιπαρές ουσίες {*}
- κομμάτι ύφασμα ποτισμένο με εύφλεκτο υγρό που χρησιμοποιείται για την πυροδότηση εμπρηστικών μηχανισμών
- μεθυσμένος
Στουπί²
- stuˈpi
Where it comes from
Στουπί < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Στουπί
- χωριό της Πιερίας, πρώην ονομασία της Νέας Εφέσου
proper noun Στουπί · Stoupi
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
Talk about this word "στουπί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026. στουπί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF "στουπί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στουπί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF},
urldate = {2026-11-06}
}