στούπα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στούπα¹
- ˈstu.pa
Where it comes from
στούπα < προέλευσης από τη σανσκριτική स्तूप (stūpa, τούφα από τα μαλλιά της κεφαλής· το πάνω μέρος του κεφαλιού), ενδεχομένως μέσω μιας δυτικοευρωπαϊκής γλώσσας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun στούπα · στούπες · στούπας
- ανάχωμα ή κατασκευή σε ημισφαιρικό που περιέχει λείψανα βουδιστών μοναχών και είναι ταυτόχρονα χώρος για διαλογισμό ※ Η στούπα, το χαρακτηριστικότερο βουδιστικό αρχιτεκτονικό μνημείο, περιγράφεται ως «ναός» ή «ιερό» […], αλλά και ως «στην ουσία ιερό ταφικό μνημείο. Η στούπα [όμως] δεν είναι ναός ή ιερό […]».
Στούπα²
- ˈstu.pa
Where it comes from
Στούπα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Στούπα
- οικισμός της Ελλάδας, στη Μεσσηνία
proper noun Στούπα · Ступа · Stoupa
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στούπας
proper noun Στούπα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Στούπας
Talk about this word "στούπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. στούπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1 "στούπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στούπα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}