στρατιώτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στρατιώτης¹

  • stɾaˈtço.tis
  • stɾa.tiˈo.tis

Where it comes from

στρατιώτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατιώτης. Συγχρονικά αναλύεται ως στρατι(ά) + -ώτης.

noun στρατιώτης · στρατιώτες · στρατιώτη · στρατιωτών

  1. στρατιωτικός βαθμός κάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία ≈ συνώνυμα: οπλίτης, φαντάρος
  2. especially, ειδικότερα πολίτης που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία ≈ συνώνυμα: φαντάρος
  3. broadly, κατ’ επέκταση οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι’ αυτόν πολύ μεγάλη σημασία)
  4. σκάκι το απλό πιόνι στο σκάκι

Στρατιώτης²

Where it comes from

Στρατιώτης < αρχαία ελληνική Στρατιώτης

proper noun Στρατιώτης · Στρατιώτηδες · Στρατιώτη · Στρατιώτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"στρατιώτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στρατιώτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"στρατιώτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στρατιώτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}