συγχωρώ
Ελληνικά
AI En termes simples
Rédaction d'une courte explication…
Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.
συγχωρώ
- siŋ.xoˈɾo
D'où il vient
συγχωρώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγχωρῶ, συνηρημένος τύπος του συγχωρέω (αρχαία σημασία: συγκατατίθεμαι) Δείτε συγ-, χῶρος
verbe συγχωρώ · συγχωρούσα · συγχωρέσω · συγχωρήσω · συγχώρεσα · συγχώρησα
- παύω να έχω αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε κάποιον που έκανε ένα σφάλμα ο πατέρας συγχώρεσε το παιδί του για την ασέβεια που έδειξε
- συνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται και η έκφραση παρά το παρακλητικό ρήμα, έχει έγκλιση προστακτικής Εμάς μας συγχωρείτε, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε
En anglais
Parler de ce mot "συγχωρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. συγχωρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E "συγχωρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E.Citer
@misc{micwyn_2026,
title = {συγχωρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}