συντακτικό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συντακτικό
- sin.da.ktiˈko
Where it comes from
συντακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συντακτικός (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή
noun συντακτικό
- το τμήμα της γραμματικής που περιέχει κανόνες για τη δομή και τη λειτουργία μιας γλώσσας απαιτείται καλή γνώση του συντακτικού για τη μετάφραση του κειμένου
- μάθημα που ασχολείται με τους συντακτικούς κανόνες μιας γλώσσας θα κάνουμε συντακτικό σήμερα
- βιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς είναι πολύ καλό αυτό το συντακτικό
- το σύνολο των κανόνων της διατύπωσης των εντολών σε μια γλώσσα προγραμματισμού
Similar: σύνταξη
adjective συντακτικό
- αιτιατική ενικού του συντακτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συντακτικός
Thesaurus
noun
Similar: σύνταξη
In English
- syntax set of rules that govern how words are combined
Talk about this word "συντακτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. συντακτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "συντακτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συντακτικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}