συντακτικό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συντακτικό

  • sin.da.ktiˈko

Where it comes from

συντακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συντακτικός (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή

noun συντακτικό

  1. γλωσσολογία το τμήμα της γραμματικής που περιέχει κανόνες για τη δομή και τη λειτουργία μιας γλώσσας απαιτείται καλή γνώση του συντακτικού για τη μετάφραση του κειμένου
  2. figuratively, συνεκδοχικά μάθημα που ασχολείται με τους συντακτικούς κανόνες μιας γλώσσας θα κάνουμε συντακτικό σήμερα
  3. figuratively, συνεκδοχικά βιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς είναι πολύ καλό αυτό το συντακτικό
  4. πληροφορική το σύνολο των κανόνων της διατύπωσης των εντολών σε μια γλώσσα προγραμματισμού

Similar: σύνταξη

adjective συντακτικό

  1. accusative, masculine, singular, αρσενικό αιτιατική ενικού του συντακτικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συντακτικός

Thesaurus

noun

Similar: σύνταξη

In English

  • syntax set of rules that govern how words are combined

Talk about this word

Cite this
MLA

"συντακτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συντακτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"συντακτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συντακτικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}