τζάκι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τζάκι

  • ˈd͡za.ci

Where it comes from

τζάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀτζάκι(ν) (όψιμη μεσαιωνική) με σίγηση του αρχικού φωνήεντος < οθωμανική τουρκική اوجاق (τουρκική ocak, προφορά /oˈd͡ʒak/) < πρωτοτουρκική *(h)ōtčak / *ōtčuk (τζάκι) < *(h)ōt (φωτιά)

noun τζάκι · τζάκια · τζακιού · τζακιών

  1. η ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο
  2. broadly, κατ’ επέκταση το τμήμα του τζακιού που περιβάλλει το χώρο όπου καίει η φωτιά
  3. figuratively, μεταφορικά η αρχοντική, σημαντική οικογένεια, ευγενική καταγωγή Aυτή που βλέπεις είναι από μεγάλο τζάκι της περιοχής, αλλά ξέπεσε.

Similar: εστία, στια, παραστιά, παραγώνι, τσιμινιά

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τζάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τζάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"τζάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τζάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}