מיקווין

τραύμα

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

τραύμα

  • ˈtɾav.ma

מאיפה זה בא

τραύμα < 1. με την κυριολεκτική σημασία (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραῦμα, 2. με τη μεταφορική ψυχολογική σημασία σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική trauma

שם עצם τραύμα · τραύματα · τραύματος · τραυμάτων

  1. ιατρική οποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση, πρόσκρουση, είσοδο ξένου σώματος κλπ)
  2. plural, στον πληθυντικό μεγάλες υλικές ζημιές, καταστροφές
  3. broadly, figuratively, κατ’ επέκταση, μεταφορικά, για τον ψυχικό κόσμο καθετί που προκαλεί ηθική και ψυχολογική αρνητική επίπτωση στο άτομο ψυχικό τραύμα

דומה: πληγή

מילים נרדפות והפכים

שם עצם

דומה: πληγή

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"τραύμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%8D%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τραύμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%8D%CE%BC%CE%B1

Chicago

"τραύμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%8D%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τραύμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%8D%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}