υπόβαθρο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπόβαθρο
- iˈpo.va.θɾo
Where it comes from
υπόβαθρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπόβαθρον (στήριγμα) Συγχρονικά αναλύεται σε υπό- + βάθρο
noun υπόβαθρο · υπόβαθρα · υποβάθρου · υπόβαθρου · υποβάθρων
-
οτιδήποτε βρίσκεται κάτω από ένα σώμα ή ένα κατασκεύασμα και χρησιμοποιείται ως βάση στήριξής του
Similar: θεμέλιο, υποστήριγμα
- οι παράγοντες (χαρακτήρας, συνθήκες και καταστάσεις, γνώσεις και εμπειρίες) που καθορίζουν την προσωπικότητα και το πολιτιστικό επίπεδο ενός ατόμου
- οι πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες που στηρίζουν ένα φαινόμενο ή, γενικότερα, την ανάπτυξη
- καθετί που λειτουργεί ως βάση για την ύπαρξη ή την ανάπτυξη κάποιου άλλου
- το σκληρό και στερεό πέτρωμα που βρίσκεται κάτω άλλα πιο χαλαρά υλικά, όπως άμμο, ιλύ, άργιλο, ιζήματα
In English
- bed flat surface or layer on which something else is to be placed
- background relevant information
Talk about this word "υπόβαθρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. υπόβαθρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%BF "υπόβαθρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπόβαθρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}