Μίκουιν

φιλύποπτος

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

φιλύποπτος

Από πού έρχεται

φιλύποπτος < φίλος + -ο- + ύποπτος

επίθετο φιλύποπτος · φιλύποπτη · φιλύποπτο · φιλύποπτου · φιλύποπτης

  1. που υποψιάζεται τους πάντες και τα πάντα, που αναζητεί πάντα κάποιο απώτερο στόχο ή κρυφό κίνητρο στις ενέργειες ή στις δηλώσεις των άλλων ανθρώπων

Παρόμοιες: καχύποπτος, δύσπιστος

Συνώνυμα και αντώνυμα

επίθετο

Παρόμοιες: καχύποπτος, δύσπιστος

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"φιλύποπτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φιλύποπτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"φιλύποπτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιλύποπτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}