φυτό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φυτό
- fiˈto
Where it comes from
φυτό < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική φυτόν
noun φυτό · φυτά · φυτού · φυτών
- ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε χημική μέσω της φωτοσύνθεσης ※ Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- ασθενής που δεν έχει επικοινωνία με το περιβάλλον και συνείδηση
- μαθητής ή φοιτητής που δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα πέρα από τις σπουδές του
In English
Talk about this word "φυτό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026. φυτό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8C "φυτό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φυτό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8C},
urldate = {2026-11-06}
}