χάνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χάνω
- ˈxa.no
Where it comes from
χάνω < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική χάνω < μεσαιωνικά ελληνικά ἔχασα, ἐχάσα κατά το σχήμα έφθασα-φθάνω, έπιασα-πιάνω, < ελληνιστική κοινή αόριστος *ἐχάωσα (απαρέμφατο χαῶσαι) - *χαώνω του ρήματος χαόω - χαῶ < χάος
verb χάνω · έχασα · χάνομαι · χάθηκα · χαμένος
- παύω να έχω κάτι και δεν ξέρω πού βρίσκεται Έχασα ξανά τα κλειδιά, μήπως ξέρεις πού τα άφησα;
- δεν προλαβαίνω κάτι Άργησε τόσο πολύ που έχασε το τρένο κι αναγκάστηκε να περιμένει το επόμενο.
- λόγω τεχνικών προβλημάτων Κάνει διακοπές το τηλέφωνο και σε χάνω.
- λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών Μετά από αυτό το γράμμα που μας έστειλε τον χάσαμε.
- λόγω θανάτου Ο φίλος μας έχασε τον πατέρα του.
- ηττώμαι σε αθλητικό ή άλλο αγώνα, δεν είμαι ο νικητής Έχασε το κρίσιμο ματς η εθνική και δεν πέρασε στον ημιτελικό.
In English
Talk about this word "χάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. χάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89 "χάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χάνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}