χάνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χάνω

  • ˈxa.no

Where it comes from

χάνω < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική χάνω < μεσαιωνικά ελληνικά ἔχασα, ἐχάσα κατά το σχήμα έφθασα-φθάνω, έπιασα-πιάνω, < ελληνιστική κοινή αόριστος *ἐχάωσα (απαρέμφατο χαῶσαι) - *χαώνω του ρήματος χαόω - χαῶ < χάος

verb χάνω · έχασα · χάνομαι · χάθηκα · χαμένος

  1. για υλικά αντικείμενα παύω να έχω κάτι και δεν ξέρω πού βρίσκεται Έχασα ξανά τα κλειδιά, μήπως ξέρεις πού τα άφησα;
  2. δεν προλαβαίνω κάτι Άργησε τόσο πολύ που έχασε το τρένο κι αναγκάστηκε να περιμένει το επόμενο.
  3. λόγω τεχνικών προβλημάτων Κάνει διακοπές το τηλέφωνο και σε χάνω.
  4. λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών Μετά από αυτό το γράμμα που μας έστειλε τον χάσαμε.
  5. λόγω θανάτου Ο φίλος μας έχασε τον πατέρα του.
  6. ηττώμαι σε αθλητικό ή άλλο αγώνα, δεν είμαι ο νικητής Έχασε το κρίσιμο ματς η εθνική και δεν πέρασε στον ημιτελικό.

    Opposite: κερδίζω, νικώ

In English

  • lose cease to have in one's possession or capability
  • miss to be late for something
  • forfeit to give up in defeat

Talk about this word

Cite this
MLA

"χάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89

Chicago

"χάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χάνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}