χαβαλές
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαβαλές¹
Where it comes from
χαβαλές < χαβαλέ < τουρκική havale (μεταφορά, μετάθεση) < αραβική حوالة (hawāla: ανταλλαγή, επιταγή)
noun χαβαλές · χαβαλέδες · χαβαλέ · χαβαλέδων
-
η απόπειρα διασκέδασης της ανίας και της πλήξης
※ Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμο
Similar: γλεντοκόπημα, κέφι, ξεφάντωμα, πλάκα
- άνθρωπος που κάνει (ή δέχεται) αστεία
- το σαμάρι που χρησιμεύει να φορτώνουμε κάτι σ’ ένα υποζύγιο
- το φορτίο πάνω στο κατάστρωμα
- «κοινὴ ὀνομασία σημαίνουσα δέσμην εἴτε σφηκίσκων καὶ κεραιῶν ἀνταλλακτικῶν, εἴτε τῶν εἰδικῶν ἐκείνων κατασκευασμάτων, ἐφ' ὧν ἑδράζονται καὶ ἐχμάζονται αἱ λέμβοι μετά την ἔνθεσιν αὐτῶν» (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, ο Φοίνιξ, τόμος 24, 1956, σελ. 384) άλλες μορφές: χαβελές
- το βάρος που μας ενοχλεί ※ Καὶ ἂν θέλετε νὰ εἴμαστε γειτόνοι, κάμετε καθὼς σᾶς γράφω, ἀμὰ δὲν θέλετε, τὸν Θεόν σας βάζω χαβαλὲ (ἤτοι βάρος), καὶ τὸ κρῖμα εἰς τὸν λαιμόν σας , διὰ ἐκεῖνο ὁποὺ ἔχει νὰ γὲνῃ ἐξ ἀποφάσεως (Charles Philippe De Bosset, , Parga and the Ionian Islands Comprehending a Refutation of the Mis-statements
- φορτικός, ενοχλητικός
- ο επιστάτης ※ Τὰ ἔξοδα τοῦ χαβαλὲ (προσθέτου ἐπιστάτου) καὶ τροφῆς, τὰ ὁποῖα ἐχορήγουν μέχρι τοῦδε οἱ γεωργοὶ εἰς τoὺς ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου διοριζόμενους καὶ ἀποστελλόμενους χαβαλέδες, ἐν καιρῷ ἁλωνίων, διὰ νὰ προφυλάξωσι τὰ προϊόντα καὶ παραλάβωσι τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ μέρος, δὲν θέλουσι δίδοσθαι εἰς τὸ ἑξῆς, ἀλλὰ τ
Χαβαλές²
Where it comes from
Χαβαλές < χαβαλές
proper noun Χαβαλές · Χαβαλέδες · Χαβαλέ · Χαβαλέδων
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "χαβαλές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χαβαλές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82 "χαβαλές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαβαλές},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}