χαβαλές

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χαβαλές¹

Where it comes from

χαβαλές < χαβαλέ < τουρκική havale (μεταφορά, μετάθεση) < αραβική حوالة (hawāla: ανταλλαγή, επιταγή)

noun χαβαλές · χαβαλέδες · χαβαλέ · χαβαλέδων

  1. familiar, οικείο η απόπειρα διασκέδασης της ανίας και της πλήξης ※ Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμο

    Similar: γλεντοκόπημα, κέφι, ξεφάντωμα, πλάκα

  2. familiar, οικείο άνθρωπος που κάνει (ή δέχεται) αστεία
  3. dated, παρωχημένο το σαμάρι που χρησιμεύει να φορτώνουμε κάτι σ’ ένα υποζύγιο
  4. dated, παρωχημένο, ναυτικός όρος το φορτίο πάνω στο κατάστρωμα
  5. dated, παρωχημένο, ναυτικός όρος «κοινὴ ὀνομασία σημαίνουσα δέσμην εἴτε σφηκίσκων καὶ κεραιῶν ἀνταλλακτικῶν, εἴτε τῶν εἰδικῶν ἐκείνων κατασκευασμάτων, ἐφ' ὧν ἑδράζονται καὶ ἐχμάζονται αἱ λέμβοι μετά την ἔνθεσιν αὐτῶν» (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, ο Φοίνιξ, τόμος 24, 1956, σελ. 384) άλλες μορφές: χαβελές
  6. dated, παρωχημένο το βάρος που μας ενοχλεί ※ Καὶ ἂν θέλετε νὰ εἴμαστε γειτόνοι, κάμετε καθὼς σᾶς γράφω, ἀμὰ δὲν θέλετε, τὸν Θεόν σας βάζω χαβαλὲ (ἤτοι βάρος), καὶ τὸ κρῖμα εἰς τὸν λαιμόν σας , διὰ ἐκεῖνο ὁποὺ ἔχει νὰ γὲνῃ ἐξ ἀποφάσεως (Charles Philippe De Bosset, , Parga and the Ionian Islands Comprehending a Refutation of the Mis-statements
  7. dated, figuratively, παρωχημένο, μεταφορικά φορτικός, ενοχλητικός
  8. dated, rare, παρωχημένο, σπάνιο ο επιστάτης ※ Τὰ ἔξοδα τοῦ χαβαλὲ (προσθέτου ἐπιστάτου) καὶ τροφῆς, τὰ ὁποῖα ἐχορήγουν μέχρι τοῦδε οἱ γεωργοὶ εἰς τoὺς ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου διοριζόμενους καὶ ἀποστελλόμενους χαβαλέδες, ἐν καιρῷ ἁλωνίων, διὰ νὰ προφυλάξωσι τὰ προϊόντα καὶ παραλάβωσι τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ μέρος, δὲν θέλουσι δίδοσθαι εἰς τὸ ἑξῆς, ἀλλὰ τ

Χαβαλές²

Where it comes from

Χαβαλές < χαβαλές

proper noun Χαβαλές · Χαβαλέδες · Χαβαλέ · Χαβαλέδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"χαβαλές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαβαλές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82

Chicago

"χαβαλές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαβαλές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}