πλάκα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πλάκα¹
- ˈpla.ka
Where it comes from
πλάκα < Σημασία 1 «μεγάλη επίπεδη επιφάνεια» < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πλάκα, από την αιτιατική «τὴν πλάκα < ελληνιστική κοινή πλάξ (επίπεδο έδαφος).
: Σημασία 4 «τμήμα της λιθόσφαιρας» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική plate.
: Σημασία 5 «χαρακτηρισμός επίπεδου» < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλάξ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική plaque.
: Σημασία 6 στην ιατρική < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική plaque, αγγλική patch, plate, plaque.
noun πλάκα · πλάκες · πλάκας · πλακών
- μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά → χρειάζεται παράθεμα
-
κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος
πλάκα σαπουνιού, πλάκα βούτυρου, πλάκα σοκολάτας
Similar: ράβδος
- οροφή, ή δάπεδο ορόφου, από σκυρόδεμα → χρειάζεται παράθεμα
- μεγάλης έκτασης συμπαγές τμήμα της λιθόσφαιρας του γήινου φλοιού ευρασιατική πλάκα, αφρικανική πλάκα
- οτιδήποτε έχει σχήμα πλάκας· πλακοειδής, πλακώδης Είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του.
- μικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας ερυθηματώδης πλάκα, ινώδης πλάκα
-
η ταφόπλακα
※ Πάνω στην πλάκα του έγραψαν τ’ όνομά του και την ημερομηνία θανάτου του.
Similar: ταφόπετρα
- δίσκος μουσικής (γραμμοφώνου) ※ Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα.
- όροφος πολυκατοικίας → χρειάζεται παράθεμα
- ακτινογραφία ※ Μου έβγαλαν πλάκες στα γόνατα, στη λεκάνη, στο στήθος, στο κρανίο.
- ποσότητα συσκευασμένου χασισιού ※ Αν θέλεις να κάνεις κάνα τσιγαράκι, πήγαινε στον τάδε, γιατί έχει ολόκληρη πλάκα.
- ατομικός πίνακας που χρησιμοιόταν από τους μαθητές αντί τετραδίου → χρειάζεται παράθεμα
- γυναίκα χωρίς καμπύλες, ιδίως χωρίς καθόλου στήθος ※ Έχει όμορφο προσωπάκι, αλλά κατά τ’ άλλα είναι πλάκα.
- ξεφούσκωτος ※ Σταμάτησα ν’ αλλάξω τη δεξιά μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου μου, γιατί ήταν πλάκα.
noun πλάκα · πλάκες · πλάκας · πλακών
-
αστείο, πείραγμα, φάρσα
Πλάκα ήταν, μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς.
Similar: καζούρα, καλαμπούρι, χαβαλές, φάση
- αστεία κατάσταση ※ Έγινε πλάκα, μόλις έπεσε ο άλλος με το καινούριο του κουστούμι μέσα στις λάσπες.
Πλάκα²
- ˈpla.ka
Where it comes from
Πλάκα < πλάκα
proper noun Πλάκα · Πλάκες · Πλάκας · Πλακών
- ονομασία περιοχών της Ελλάδας
proper noun Πλάκα · Πλάκες · Πλάκας · Πλακών
- συνοικία της Αθήνας ※ Με «νεκρή πόλη» εξακολουθεί να μοιάζει η Πλάκα, καθώς, παρά το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων πριν ακριβώς από ένα μήνα και της επαναλειτουργίας των καταστημάτων εστίασης από τις 25 Μαΐου, πολλές επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές, ενώ οι περισσότερες από όσες λειτουργούν βλέπουν τον τζίρο τους
proper noun Πλάκα · Πλάκες · Πλάκας · Πλακών
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πλάκας
In English
- slate piece, originally of certain types of stone and now of other materials, often in
- bar solid object with uniform cross-section
- joke something said or done for amusement
- plaque flat, thin piece of clay, ivory, metal, etc., used for ornament
- flagstone rectangular paving or roofing stone
- dental calculus crust on the teeth
- slab flat piece of material
Talk about this word "πλάκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. πλάκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1 "πλάκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πλάκα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}