άνθος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άνθος¹

  • ˈan.θos

Sounds like ανθός

Where it comes from

άνθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂endʰos

: (μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική fleur

noun άνθος · άνθη · άνθους · ανθέων

  1. το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση

    Similar: λουλούδι, ανθός, φιόρε

  2. το ίδιο το φυτό που φέρει άνθη άνθος τριανταφυλλιάς = τριαντάφυλλο
  3. γλυκό του κουταλιού, που παρασκευάζεται με άνθη εσπεριδοειδών δένδρων
  4. figuratively, μεταφορικά το πιο διακεκριμένο μέρος ενός συνόλου

    Similar: αφρόκρεμα

  5. η περίοδος ανθοφορίας

    Similar: άνθηση

  6. figuratively, μεταφορικά η περίοδος ακμής

    Opposite: μαρασμός, παρακμή

Άνθος²

Where it comes from

Άνθος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Άνθος · Anthos

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Άνθου)

In English

  • flower reproductive structure in angiosperms

Talk about this word

Cite this
MLA

"άνθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άνθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82

Chicago

"άνθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άνθος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}