άτομο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άτομο

  • ˈa.to.mo

Where it comes from

άτομο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄτομον, ουδέτερο του επιθέτου ἄτομος < ἀ- στερητικό + τέμνω (αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί)

:* για τον μεμονωμένο άνθρωπο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική individu

:* για τον όρο της χημείας > λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική atome

noun άτομο · άτομα · ατόμου · ατόμων

  1. ένας μεμονωμένος άνθρωπος, ένα πρόσωπο οι συνέπειες ενός φαινομένου για το άτομο και την κοινωνία

    Opposite: σύνολο, συλλογικότητα, κοινωνία

  2. χημεία η ελάχιστη μονάδα ενός χημικού στοιχείου το μόριο του νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"άτομο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άτομο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF

Chicago

"άτομο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άτομο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}