αγοραίος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγοραίος¹
- a.ɣoˈɾe.os
Where it comes from
αγοραίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγοραῖος < ἀγορά < ἀγείρω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική de marché ή από την αγγλική market
adjective αγοραίος · αγοραία · αγοραίο · αγοραίου · αγοραίας
- που έχει σχέση με την αγορά, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή ※ Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η
-
«του δρόμου», ο πρόστυχος, ο χυδαίος, ο θρασύς
αγοραίες εκφράσεις
Similar: κοινός, πρόστυχος, χυδαίος · Opposite: εκλεπτυσμένος, εκπολιτισμένος, ευγενής
- αγοραίο (εννοείται όχημα), συνήθως ταξί, που μπορεί κάποιος να το χρησιμοποιήσει με ειδική οικονομική συμφωνία είτε για μεγάλες διαδρομές είτε για μεγάλο χρονικό διάστημα (π.χ. για μία ημέρα)
Αγοραίος²
Where it comes from
Αγοραίος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αγοραίος
- ανδρικό όνομα
In English
- vulgar distasteful, uncouth, obscene
Talk about this word "αγοραίος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγοραίος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82 "αγοραίος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγοραίος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}