αδυσώπητος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδυσώπητος
- a.ðiˈso.pi.tos
Where it comes from
αδυσώπητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδυσώπητος
adjective αδυσώπητος · αδυσώπητη · αδυσώπητο · αδυσώπητου · αδυσώπητης
- που δεν δείχνει έλεος, λύπηση ※ όσοι ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον, ας προσγειωθούν στην αδυσώπητη πραγματικότητα (Έρμαιο των ... ταλιμπάν, Εθνοσπόρ, 4 Απριλίου 2011)
Similar: άγριος, άκαρδος, αλύπητος, αμείλικτος, ανάλγητος, ανελέητος, ανηλεής, απάνθρωπος, απηνής, άπονος, άτεγκτος, σκληρός · Opposite: ελεήμων, ελεών, επιεικής, μεγαλόψυχος, μειλίχιος, πράος, προσηνής, φιλάνθρωπος
Thesaurus
adjective
Similar: άγριος, άκαρδος, αλύπητος, αμείλικτος, ανάλγητος, ανελέητος, ανηλεής, απάνθρωπος, απηνής, άπονος, άτεγκτος, σκληρός · Opposite: ελεήμων, ελεών, επιεικής, μεγαλόψυχος, μειλίχιος, πράος, προσηνής, φιλάνθρωπος
In English
- inexorable impossible to prevent or stop — see also inevitable
- implacable not able to be placated or appeased
- unstoppable unable to be stopped
Talk about this word "αδυσώπητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%8E%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αδυσώπητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%8E%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "αδυσώπητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%8E%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδυσώπητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%8E%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}