मिकविन

αμείλικτος

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

αμείλικτος

यह कहाँ से आया

αμείλικτος < αρχαία ελληνική ἀμείλικτος < ἀ- στερητικό + μειλίσσω + -τος

विशेषण αμείλικτος · αμείλικτη · αμείλικτο · αμείλικτου · αμείλικτης

  1. σκληρός, με αδυσώπητο ύφος (ύφος που δεν αλλάζει σε μειλίχιο, χωρίς έλεος) αμείλικτη κριτική, η αμείλικτη εκδίκηση, ο αμείλικτος πόλεμος

मिलते-जुलते: άγριος, αδυσώπητος, άκαρδος, ανάλγητος, ανελέητος, ανηλεής, απάνθρωπος, απηνής, άτεγκτος, σκληρός · विलोम: ελεήμων, ελεών, επιεικής, μεγαλόψυχος, μειλίχιος, πράος, προσηνής, φιλάνθρωπος

पर्यायवाची और विलोम

अंग्रेज़ी में

  • inexorable impossible to prevent or stop — see also inevitable
  • implacable not able to be placated or appeased

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"αμείλικτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμείλικτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμείλικτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμείλικτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}