αποδέχομαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποδέχομαι

  • a.poˈðe.xo.mai

Where it comes from

αποδέχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποδέχομαι < ἀπο- + δέχομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + δέχομαι.

verb αποδέχομαι · αποδέχτηκα · αποδέχθηκα · απεδέχθη3o

  1. δέχομαι, δεν αρνούμαι κάτι που μου προσφέρεται, που μου προτείνεται οι κληρονόμοι αποδέχτηκαν επίσημα την κληρονομιά

    Opposite: αρνούμαι, απορρίπτω

  2. συμφωνώ με κάτι, το εγκρίνω, το επιδοκιμάζω ※ Στην Ελλάδα υπάρχει έντονη γεροντοκρατία, όχι μόνον ηλικιακή, αλλά κυρίως πνευματική. Το ακαδημαϊκό κατεστημένο της χώρας, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις του, ουσιαστικά δεν αποδέχεται τους νέους και επιβραβεύει τους επιστημονικά «νεκρούς».

    Similar: παραδέχομαι, προσυπογράφω

Opposite: απορρίπτω

Thesaurus

verb

Opposite: απορρίπτω

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποδέχομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποδέχομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"αποδέχομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποδέχομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}