믹윈

αυλάκι

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

αυλάκι¹

  • aˈvla.ci

어원

αυλάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐλάκι(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή αὐλάκιον, υποκοριστικό του αὖλαξ

명사 αυλάκι · αυλάκια · αυλακιού · αυλακιών

  1. τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)

    비슷한 말: χαντάκι, κανάλι, οχετός, ρυάκι

  2. το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα

    비슷한 말: αυλακιά

  3. φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.)
  4. το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου

    비슷한 말: αυλακιά, αυλάκωση, αυλάκωμα

  5. η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται

    비슷한 말: απονέρι, απόνερο

  6. rare, σπάνιο ορμίσκος
  7. familiar, προφορικό ο ισθμός της Κορίνθου

Αυλάκι²

  • aˈvla.ci

어원

Αυλάκι < αυλάκι

고유 명사 Αυλάκι · Αυλάκια · Αυλακιού · Αυλακιών

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. κόλπος στα Χανιά
  3. ακτή στην Αττική

영어로

  • flute architecture: vertical groove in a pillar
  • ditch trench
  • furrow trench cut in the soil

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"αυλάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυλάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"αυλάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυλάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}