αυλάκι
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
αυλάκι¹
- aˈvla.ci
어원
αυλάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐλάκι(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή αὐλάκιον, υποκοριστικό του αὖλαξ
명사 αυλάκι · αυλάκια · αυλακιού · αυλακιών
- τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)
-
το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα
비슷한 말: αυλακιά
- φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.)
- το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου
- η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται
- ορμίσκος
- ο ισθμός της Κορίνθου
Αυλάκι²
- aˈvla.ci
어원
Αυλάκι < αυλάκι
고유 명사 Αυλάκι · Αυλάκια · Αυλακιού · Αυλακιών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κόλπος στα Χανιά
- ακτή στην Αττική
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "αυλάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αυλάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "αυλάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {αυλάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}