βάζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βάζω
- ˈva.zo
Where it comes from
βάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βιβάζω
verb βάζω · έβαζα · βάλω · έβαλα · βάλθηκα · βαλμένος
- μετακινώ κάτι και το αφήνω σε ένα σημείο βάζω ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη
- συμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας έπαιξα ΠΡΟΠΟ και στον πρώτο αγώνα έβαλα Χ
-
φορώ, ντύνω ή ντύνομαι
Opposite: βγάζω
- εκτελώ την ενέργεια ή προκαλώ το αποτέλεσμα που υποδηλώνει η επόμενη λέξη (συνήθως ουσιαστικό) βάζω φωτιά/πυρκαγιά/μπουρλότο
- έχω βάλει κάτι στο μυαλό μου και προσπαθώ να το πετύχω Δεν ξέρω τι σου έχω κάνει και βάλθηκες να με καταστρέψεις. (...και προσπαθείς τόσο πολύ να με καταστρέψεις)
Opposite: βγάζω
Thesaurus
verb
Opposite: βγάζω
In English
Talk about this word "βάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. βάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89 "βάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}