βάζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βάζω

  • ˈva.zo

Where it comes from

βάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βιβάζω

verb βάζω · έβαζα · βάλω · έβαλα · βάλθηκα · βαλμένος

  1. μετακινώ κάτι και το αφήνω σε ένα σημείο βάζω ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη

    Similar: τοποθετώ · Opposite: βγάζω

  2. συμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας έπαιξα ΠΡΟΠΟ και στον πρώτο αγώνα έβαλα Χ
  3. για ρούχα φορώ, ντύνω ή ντύνομαι

    Opposite: βγάζω

  4. σε περιφράσεις εκτελώ την ενέργεια ή προκαλώ το αποτέλεσμα που υποδηλώνει η επόμενη λέξη (συνήθως ουσιαστικό) βάζω φωτιά/πυρκαγιά/μπουρλότο
  5. passive, στην παθητική φωνή, μόνο στους συνοπτικούς χρόνους έχω βάλει κάτι στο μυαλό μου και προσπαθώ να το πετύχω Δεν ξέρω τι σου έχω κάνει και βάλθηκες να με καταστρέψεις. (...και προσπαθείς τόσο πολύ να με καταστρέψεις)

Opposite: βγάζω

Thesaurus

verb

Opposite: βγάζω

In English

  • put to place something somewhere
  • set to put something down
  • put on to don

Talk about this word

Cite this
MLA

"βάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"βάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}