δίνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δίνω

  • ˈði.no

Where it comes from

δίνω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δίδω με μεταπλασμό σε -νω < αρχαία ελληνική δίδωμι

verb δίνω · έδινα · δώσω · έδωσα · έδωκα · δίνομαι

  1. μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά) δώσε μου λίγο το μολύβι σου

    Similar: παραχωρώ, μεταβιβάζω, πουλώ, χαρίζω, δανείζω

  2. μεταβιβάζω ένα αντικείμενο που κρατώ σε κάποιον άλλον για να το κρατά αυτός δώσε μου τη μια βαλίτσα να σε βοηθήσω
  3. προσφέρω ένα κοριτσάκι έδωσε στην καλεσμένη μια ανθοδέσμη
  4. προσφέρω τον εαυτό μου (ιδίως ερωτικά) Η νεαρή ερωτευμένη κοπέλα δόθηκε στον εραστή της με πάθος.
  5. παραχωρώ δίνω τη θέση μου στο λεωφορείο σε έναν ηλικιωμένο
  6. για χτυπήματα χτυπώ κάποιον με, καταφέρω δίνω γροθιά, μπουνιά, κλοτσιά, σφαλιάρα κλπ

In English

  • give transfer the possession of something to someone else
  • hand to give, pass or transmit with the hand
  • impart to give a part or share

Talk about this word

Cite this
MLA

"δίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"δίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}