δίνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δίνω
- ˈði.no
Where it comes from
δίνω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δίδω με μεταπλασμό σε -νω < αρχαία ελληνική δίδωμι
verb δίνω · έδινα · δώσω · έδωσα · έδωκα · δίνομαι
-
μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά)
δώσε μου λίγο το μολύβι σου
Similar: παραχωρώ, μεταβιβάζω, πουλώ, χαρίζω, δανείζω
- μεταβιβάζω ένα αντικείμενο που κρατώ σε κάποιον άλλον για να το κρατά αυτός δώσε μου τη μια βαλίτσα να σε βοηθήσω
- προσφέρω ένα κοριτσάκι έδωσε στην καλεσμένη μια ανθοδέσμη
- προσφέρω τον εαυτό μου (ιδίως ερωτικά) Η νεαρή ερωτευμένη κοπέλα δόθηκε στον εραστή της με πάθος.
- παραχωρώ δίνω τη θέση μου στο λεωφορείο σε έναν ηλικιωμένο
- χτυπώ κάποιον με, καταφέρω δίνω γροθιά, μπουνιά, κλοτσιά, σφαλιάρα κλπ
In English
Talk about this word "δίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. δίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89 "δίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}