ικανότητα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ικανότητα
- i.kaˈno.ti.ta
Where it comes from
ικανότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἱκανότης από την αιτιατική ενικού «τὴν ἱκανότητα»
noun ικανότητα · ικανότητες · ικανότητας · ικανοτήτων
- δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι Έχει και την ικανότητα και τη θέληση να πετύχει στη ζωή του.
Similar: δυνατότητα, δύναμη, δεξιότητα, επάρκεια, ταλέντο, αποτελεσματικότητα, τεχνογνωσία, κλίση, μέσα, δυναμικότητα, δραστικότητα, δώρο, χάρισμα, ιδιοφυΐα, εξυπνάδα, δημιουργικότητα
Thesaurus
noun
Similar: δυνατότητα, δύναμη, δεξιότητα, επάρκεια, ταλέντο, αποτελεσματικότητα, τεχνογνωσία, κλίση, μέσα, δυναμικότητα, δραστικότητα, δώρο, χάρισμα, ιδιοφυΐα, εξυπνάδα, δημιουργικότητα
In English
Talk about this word "ικανότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ικανότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "ικανότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ικανότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}