ισχνός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ισχνός

  • isˈxnos
  • isˈxni
  • isˈxno

Where it comes from

ισχνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσχνός

adjective ισχνός · ισχνή · ισχνό · ισχνού · ισχνής

  1. εξαιρετικά αδύνατος (ως προς τη σωματική κατασκευή)

    Similar: καχεκτικός, λιπόσαρκος, ισχνόσαρκος · Opposite: εύσωμος, παχύς, παχουλός, κραταιός

  2. εξαιρετικά αδύνατος (ως προς την ένταση) ※ Έξω, η λεωφόρος Αλεξάνδρας έχει αρχίσει να φωτίζεται από το ισχνό φως ενός συννεφιασμένου χαράματος (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, εκδ. Πατάκη, 2016)

    Similar: αδύναμος

  3. figuratively, μεταφορικά καθόλου πειστικός, χωρίς αποδεικτική επάρκεια μια ισχνή δικαιολογία
  4. figuratively, μεταφορικά πολύ μικρής αξίας Δεν τα έβγαζε πέρα με τον ισχνό μισθό του.

    Similar: γλίσχρος, πενιχρός · Opposite: παχυλός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ισχνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ισχνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"ισχνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ισχνός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}