ισχνός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ισχνός
- isˈxnos
- isˈxni
- isˈxno
Where it comes from
ισχνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσχνός
adjective ισχνός · ισχνή · ισχνό · ισχνού · ισχνής
-
εξαιρετικά αδύνατος (ως προς τη σωματική κατασκευή)
Similar: καχεκτικός, λιπόσαρκος, ισχνόσαρκος · Opposite: εύσωμος, παχύς, παχουλός, κραταιός
-
εξαιρετικά αδύνατος (ως προς την ένταση)
※ Έξω, η λεωφόρος Αλεξάνδρας έχει αρχίσει να φωτίζεται από το ισχνό φως ενός συννεφιασμένου χαράματος (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, εκδ. Πατάκη, 2016)
Similar: αδύναμος
- καθόλου πειστικός, χωρίς αποδεικτική επάρκεια μια ισχνή δικαιολογία
- πολύ μικρής αξίας Δεν τα έβγαζε πέρα με τον ισχνό μισθό του.
In English
Talk about this word "ισχνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ισχνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82 "ισχνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ισχνός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}