καταγωγή

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

καταγωγή

  • ka.ta.ɣoˈʝi

Откуда оно

καταγωγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταγωγή < αρχαία ελληνική καταγωγή (αποβίβαση) < κατάγω < κατά + ἄγω, ἀγωγή

существительное καταγωγή · καταγωγές · καταγωγής · καταγωγών

  1. οι πρόγονοί (ειδικά οι γονείς) ενός ατόμου —Ποια είναι η καταγωγή σας; —Ο εκ μητρός παππούς μου ήταν Μικρασιάτης και και ο εκ πατρός, Μοραΐτης
  2. η προέλευση της οικογένειας ενός ατόμου, δηλαδή ο τόπος από τον οποίο κατάγονται. —Ποια είναι η καταγωγή σας; —Μικρά Ασία! Σμύρνη.
  3. general, γενικότερα η αρχική προέλευση, η αρχική μορφή, οικογένειας, έθνους, φυλής, γλώσσας ※ Σαν σήμερα, πριν από 165 χρόνια, κυκλοφόρησε στη Βρετανία το βιβλίο «Η καταγωγή των ειδών» που γράφτηκε από έναν Κάρολο Δαρβίνο. (www.tovima.gr, 27.11.2024)

Похожие: γενεαλογία, προέλευση, ρίζα

Синонимы и антонимы

существительное

Похожие: γενεαλογία, προέλευση, ρίζα

По-английски

  • birth circumstances of one's background
  • line series or succession of ancestors or descendants of a given person
  • ancestry condition as to ancestors
  • origin ancestry
  • background social heritage

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"καταγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

καταγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

Chicago

"καταγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταγωγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}