κλίμακα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κλίμακα

  • ˈkli.ma.ka

Where it comes from

κλίμακα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλῖμαξ από την αιτιατική τὴν κλίμακα

:* για τη σημασία: υποδιαιρέσεις, διαβάθμιση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική échelle

:* για τη μουσική < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική scala

: Δείτε και σκάλα

noun κλίμακα · κλίμακες · κλίμακας · κλιμάκων

  1. η σκάλα ※ Οι δύο κοχλιωτές κλίμακες, στην αρχική μορφή του κτιρίου, οδηγούσαν σε περιμετρικό διάδρομο εξωτερικά στη βάση του τρούλου και μέσω αυτού γινόταν η πρόσβαση στο δεύτερο περιμετρικό διάδρομο στην κορυφή του τρούλου, Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 70, μέρος 2, τεύχος 2, Υπουργείο Πολιτισμού, 2015, σελ
  2. γεωγραφία αριθμητικό κλάσμα που εκφράζει την αναλογία ανάμεσα στις διαστάσεις που απεικονίζονται σε έναν χάρτη και τις πραγματικές ο χάρτης είναι σε κλίμακα 1:50 000, δηλαδή 1 εκατοστόμετρο στο χάρτη απεικονίζει 500 μέτρα στην πραγματικότητα
  3. φυσική σειρά υποδιαιρέσεων ενός οργάνου με το οποίο μετρούνται φυσικά μεγέθη θερμομετρική κλίμακα, κλίμακα (βαθμών) Κελσίου, κλίμακα (βαθμών) Φαρενάιτ, κλίμακα (βαθμών) Ρίχτερ
  4. μουσική καθορισμένη σειρά από φθόγγους σε διαδοχική σειρά (ανιούσα ή κατιούσα Θα εξεταστείτε σε κλίμακες και αρπέζ

    Similar: σκάλα, γκάμα

  5. σειρά χαρακτηριστικών με αύξουσα ή φθίνουσα σειρά ※ Οι έντονες χρωματικές κλίμακες, οι γραμμικές εκτελέσεις και τα γεωμετρικά μοτίβα, η μετωπική διάταξη των μορφών, η έλλειψη τρίτης διάστασης, η σχηματοποιημένη γεωμετρίζουσα πτυχολογία, οι στερεομετρικοί όγκοι και η κατανομή τους στο χώρο είναι χαρακτηριστικά που ως προδρομικά ζωγραφικά στοιχεία ευ

In English

  • mode in music
  • scale sequence for measurement
  • gamut all the notes in the musical scale
  • range music: scale of tones
  • stair series of steps

Talk about this word

Cite this
MLA

"κλίμακα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κλίμακα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B1

Chicago

"κλίμακα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλίμακα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}