κότα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κότα¹

  • ˈko.ta

Where it comes from

κότα < ελληνιστική κοινή κόττα (με ορθογραφική απλοποίηση) / κοτίς / κοττίς < αρχαία ελληνική κόττος / κοττός (πετεινός) < (ίσως) προελληνική

noun κότα · κότες · κότας · κοτών

  1. ορνιθολογία, πτηνό θηλυκό οικόσιτο πουλί (Gallus gallus) που εκτρέφεται κυρίως για τα αβγά του· το αρσενικό λέγεται κόκορας ή πετεινός και το νεαρό πουλί κοτόπουλο

    Similar: κακάβα, νοσσίδα, όρνιθα, πουλάδα

  2. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό γυναίκα χωρίς μυαλό που νοιάζεται μόνο για την εμφάνισή της ή για το κουτσομπολιό
  3. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό δειλός άνθρωπος

Κότα²

Where it comes from

Κότα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κότα · Kota

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κότα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κότα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B1

Chicago

"κότα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κότα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}