κύπελλο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κύπελλο

  • ˈci.pe.lo

Where it comes from

κύπελλο < Σημασία 1 (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύπελλον. Σημασίες 2 και 3 σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική coupe την γερμανική Becher και την αγγλική cup.

noun κύπελλο · κύπελλα · κυπέλλου · κύπελλου · κυπέλλων

  1. είδος πλατιού και χαμηλού ποτηριού, συνήθως με ένα αφτί γυάλινο/μεταλλικό/πήλινο κύπελλο με γάλα/κρασί/νερό
  2. αθλητισμός το έπαθλο που δίνεται στον νικητή αθλητικής διοργάνωσης (συνήθως περίτεχνο και μεταλλικό, σε σχήμα αμφορέα ή κύλικα) (συνεκδοχικά, αθλητισμός, με κεφαλαίο Κ) η αθλητική διοργάνωση στην οποία δίνεται κύπελλο

    Similar: βραβείο, έπαθλο, κούπα, τρόπαιο

  3. βοτανική το ξυλώδες, συχνά αγκαθωτό περίβλημα διαφόρων φυτικών καρπών όπως της βελανιδιάς ή της καστανιάς Φυτά που οι καρποί τους περιβάλλονται από κύπελλο ονομάζονται κυπελλοφόρα.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κύπελλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κύπελλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%BF

Chicago

"κύπελλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κύπελλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}