λάμψη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λάμψη

Where it comes from

λάμψη < (ελληνιστική κοινή) λάμψις < αρχαία ελληνική λάμπω

noun λάμψη · λάμψεις · λάμψης · λάμψεων

  1. το έντονο φως από φωτεινή πηγή ή από αντανάκλαση η λάμψη του ήλιου
  2. figuratively, μεταφορικά η εντύπωση που προκαλεί κάποιος που είναι υγιής και ευτυχισμένος η λάμψη στο πρόσωπό της
  3. figuratively, μεταφορικά η ακτινοβολία, το να μεταδίδει κάποιος το φως του πολιτισμού και της γνώσης η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος
  4. figuratively, μεταφορικά η λαμπρότητα η λάμψη του εορτασμού

Similar: ακτινοβολία, αίγλη, θάμπος, λαμπύρισμα, μαρμαρυγή, πυρολαμπύρισμα, σελάγισμα, σελαγισμός, φέγγος

Thesaurus

In English

  • brightness perception elicited by the luminance of an object
  • luster refinement, polish or quality

Talk about this word

Cite this
MLA

"λάμψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λάμψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7

Chicago

"λάμψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λάμψη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}