λάμψη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λάμψη
Where it comes from
λάμψη < (ελληνιστική κοινή) λάμψις < αρχαία ελληνική λάμπω
noun λάμψη · λάμψεις · λάμψης · λάμψεων
- το έντονο φως από φωτεινή πηγή ή από αντανάκλαση η λάμψη του ήλιου
- η εντύπωση που προκαλεί κάποιος που είναι υγιής και ευτυχισμένος η λάμψη στο πρόσωπό της
- η ακτινοβολία, το να μεταδίδει κάποιος το φως του πολιτισμού και της γνώσης η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος
- η λαμπρότητα η λάμψη του εορτασμού
Similar: ακτινοβολία, αίγλη, θάμπος, λαμπύρισμα, μαρμαρυγή, πυρολαμπύρισμα, σελάγισμα, σελαγισμός, φέγγος
Thesaurus
noun
Similar: ακτινοβολία, αίγλη, θάμπος, λαμπύρισμα, μαρμαρυγή, πυρολαμπύρισμα, σελάγισμα, σελαγισμός, φέγγος
In English
- brightness perception elicited by the luminance of an object
- luster refinement, polish or quality
Talk about this word "λάμψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. λάμψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7 "λάμψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λάμψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}