μαλακώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαλακώνω
- ma.laˈko.no
Where it comes from
μαλακώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλακώνω < ελληνιστική κοινή μαλακ(ῶ) (μαλάσσω, μαλακώνω) + -ώνω.
verb μαλακώνω · μαλάκωνα · μαλακώσει · μαλακώσω · μαλάκωσα · μαλακώνομαι
- κάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να το μαλακώσει.
-
κάνω κάποιον ή κάτι πιο ήπιο, πιο πράο
Μίλα του γλυκά, μπας και τον μαλακώσεις.
Similar: ανακουφίζω, γλυκαίνω, καθησυχάζω, καταπραΰνω
- γίνομαι πιο μαλακός ή απαλός Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να μαλακώσει.
-
γίνομαι λιγότερο έντονος, πιο ήπιος, πιο πράος
Έπαψε ο βοριάς και ο καιρός κάπως μαλάκωσε.
Similar: καταπραΰνομαι, ηρεμώ
Opposite: σκληραίνω
Thesaurus
verb
Opposite: σκληραίνω
In English
- mollify to ease a burden
Talk about this word "μαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μαλακώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89 "μαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαλακώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}