μαλακώνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαλακώνω

  • ma.laˈko.no

Where it comes from

μαλακώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλακώνω < ελληνιστική κοινή μαλακ(ῶ) (μαλάσσω, μαλακώνω) + -ώνω.

verb μαλακώνω · μαλάκωνα · μαλακώσει · μαλακώσω · μαλάκωσα · μαλακώνομαι

  1. transitive, μεταβατικό κάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να το μαλακώσει.
  2. figuratively, transitive, μεταβατικό, μεταφορικά κάνω κάποιον ή κάτι πιο ήπιο, πιο πράο Μίλα του γλυκά, μπας και τον μαλακώσεις.

    Similar: ανακουφίζω, γλυκαίνω, καθησυχάζω, καταπραΰνω

  3. intransitive, αμετάβατο γίνομαι πιο μαλακός ή απαλός Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να μαλακώσει.
  4. figuratively, intransitive, αμετάβατο, μεταφορικά γίνομαι λιγότερο έντονος, πιο ήπιος, πιο πράος Έπαψε ο βοριάς και ο καιρός κάπως μαλάκωσε.

    Similar: καταπραΰνομαι, ηρεμώ

Opposite: σκληραίνω

Thesaurus

verb

Opposite: σκληραίνω

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαλακώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"μαλακώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαλακώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}