μυστικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μυστικός¹

  • mis.tiˈkos

Where it comes from

μυστικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μυστικός (σχετικός με τα μυστήρια) < μύστης

:* η θρησκευτική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μυστικός

adjective μυστικός · μυστική · μυστικό · μυστικού · μυστικής

  1. που είναι κρυφός, που δεν είναι ανακοινώσιμος ※ Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγρα
  2. μυστικός
  3. θρησκεία οπαδός της μυστικής θεολογίας

Similar: κρυφός · Opposite: φανερός

noun μυστικός · μυστική · μυστικό · μυστικού · μυστικής

  1. που ανήκει σε μυστική αστυνομία

Μυστικός²

Where it comes from

Μυστικός < μυστικός

proper noun Μυστικός · Μυστικοί · Μυστικού · Μυστικών · Μυστικό · Μυστικούς

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μυστικού)

Thesaurus

adjective

Similar: κρυφός · Opposite: φανερός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μυστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μυστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μυστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μυστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}