ξακουσμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξακουσμένος
- ksa.kuˈzme.nos
Where it comes from
ξακουσμένος < μεσαιωνική ελληνική ξακουσμένος < ἐξακουσμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του αρχαίου ἐξακούω "ακούω απο μακριά"
verb ξακουσμένος · ξακουσμένη · ξακουσμένο · ξακουσμένου · ξακουσμένης
- γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους Ὁ παπᾶς αὐτὸς ἦταν ξακουσμένος γιὰ τὸ μνημονικό του, γιατὶ γνώριζε ἀπ' ἔξω ὅλα τὰ βιβλία τῆς ἐκκλησιᾶς: Βαγγέλιο, Ἀπόστολο, Ψαλτήρι, Χτωήχι, Ρολόγι, Τριῴδι, Πεντηκοστάρι καὶ ὅλα τὰ γράμματα τῶν γιορτῶν, πὤχουν τὰ Μηναῖα. (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Ο ξενιτεμένος)
Similar: ξακουστός, διάσημος, κοσμοξάκουστος, πασίγνωστος, περιβόητος, φημισμένος, περίφημος
Thesaurus
verb
Similar: ξακουστός, διάσημος, κοσμοξάκουστος, πασίγνωστος, περιβόητος, φημισμένος, περίφημος
Talk about this word "ξακουσμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ξακουσμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "ξακουσμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξακουσμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}