ξινός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξινός¹
- ksiˈnos
Where it comes from
ξινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξινός < ελληνιστική κοινή ὄξινος < ελληνιστική κοινή ὄξος
adjective ξινός · ξινή · ξινό · ξινού · ξινής
-
που έχει γεύση όξινη, καθώς περιέχει (συνήθως) οξικό οξύ
Similar: στυφός
- που δεν έχει ωριμάσει
- που έχει αλλοιωθεί και ξινίζει
- άνθρωπος που όλα τον ενοχλούν ※ Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα τω
Ξινός²
Where it comes from
Ξινός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ξινός · Ξινοί · Ξινού · Ξινών · Ξινό · Ξινούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ξινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ξινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82 "ξινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξινός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}