ξινός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξινός¹

  • ksiˈnos

Where it comes from

ξινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξινός < ελληνιστική κοινή ὄξινος < ελληνιστική κοινή ὄξος

adjective ξινός · ξινή · ξινό · ξινού · ξινής

  1. που έχει γεύση όξινη, καθώς περιέχει (συνήθως) οξικό οξύ

    Similar: στυφός

  2. για φρούτα που δεν έχει ωριμάσει

    Similar: άγουρος · Opposite: γινωμένος, ώριμος

  3. που έχει αλλοιωθεί και ξινίζει
  4. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος που όλα τον ενοχλούν ※ Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα τω

    Similar: δύστροπος, στρυφνός

Ξινός²

Where it comes from

Ξινός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ξινός · Ξινοί · Ξινού · Ξινών · Ξινό · Ξινούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • acid sour, sharp, or biting to the taste
  • sour having an acidic, sharp or tangy taste

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"ξινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξινός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}