πατρίκιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πατρίκιος¹

Where it comes from

πατρίκιος < ελληνιστική κοινή πατρίκιος < λατινική patricius < pater < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή * phtḗr (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική patricien)

noun πατρίκιος · πατρίκιοι · πατρικίου · πατρίκιου · πατρικίων · πατρίκιο

  1. ιστορία Ρωμαίος της ανώτερης κοινωνικής τάξης

    Opposite: πληβείος

  2. ιστορία τίτλος βυζαντινού άρχοντα
  3. που ανήκει στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα ※ Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό (Καρλ Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμμ

    Similar: αριστοκράτης, άρχοντας, ευγενής

Πατρίκιος²

Where it comes from

Πατρίκιος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Πατρίκιος · Πατρίκιοι · Πατρίκιου · Πατρικίου · Πατρίκιων · Πατρικίων

  1. ανδρικό όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πατρίκιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πατρίκιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"πατρίκιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πατρίκιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}