πληβείος
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
πληβείος
מאיפה זה בא
πληβείος < ελληνιστική κοινή πληβεῖος < λατινική plebeius < plebs / plebes
שם עצם πληβείος · πληβείοι · πληβείου · πληβείων · πληβείο · πληβείους
- πολίτης της κατώτερης κοινωνικής τάξης
- άτομο των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ※ Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό (Καρλ Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμμ
דומה: φτωχομπινές, φτωχαδάκι, φτωχός, λαϊκός · הפך: πατρίκιος
מילים נרדפות והפכים
שם עצם
דומה: φτωχομπινές, φτωχαδάκι, φτωχός, λαϊκός · הפך: πατρίκιος
באנגלית
- plebeian one of the common people of ancient Rome
לדבר על המילה הזו "πληβείος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πληβείος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%82 "πληβείος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {πληβείος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}