περιηγούμαι

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

περιηγούμαι

Откуда оно

περιηγούμαι < αρχαία ελληνική περιηγέομαι / περιηγοῦμαι < ἡγέομαι / ἡγοῦμαι

глагол περιηγούμαι

  1. ταξιδεύω σε έναν ξένο τόπο και τριγυρίζω είτε για αναψυχή είτε για μελέτη των μνημείων, του τρόπου ζωής των κατοίκων κ.λπ. περιηγήθηκε όλα τα χωριά της Πελοποννήσου (Προσοχή: δε λέμε «περιηγήθηκε σε»)
  2. πληροφορική χρησιμοποιώ το διαδίκτυο (σερφάρω) περιηγείται στο ίντερνετ για ώρες

Похожие: γυρίζω, περιοδεύω, ταξιδεύω, τριγυρίζω

Синонимы и антонимы

По-английски

  • tour to make a journey

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"περιηγούμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιηγούμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"περιηγούμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιηγούμαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}