πούτσα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πούτσα
- ˈpu.t͡sa
Where it comes from
πούτσα < τουρκική puç (σχισμή ανάμεσα στους γλουτούς) + -α ή ιταλική puzza (βρόμα).
noun πούτσα · πούτσες · πούτσας · πουτσών
- το πέος Το μυαλό του το έχει στην πούτσα του.
- η ήττα, ο εξευτελισμός Φάγατε μεγάλη πούτσα χθες.
Similar: ανδρικό μόριο, εργαλείο, καβλί, καβλιτζέκι, μαλαπέρδα, μαλαστούπα, ματζαφλάρι, όργανο, μαρκούτσι, παλαμάρι, παλούκι, πέος, πουλί, πούτσος, τσουτσούνα, τσουτσούνι, φαλλός, ψωλή, τσαπού, παπάρι, κουκούνα, τσούρα, βίλα
Thesaurus
noun
Similar: ανδρικό μόριο, εργαλείο, καβλί, καβλιτζέκι, μαλαπέρδα, μαλαστούπα, ματζαφλάρι, όργανο, μαρκούτσι, παλαμάρι, παλούκι, πέος, πουλί, πούτσος, τσουτσούνα, τσουτσούνι, φαλλός, ψωλή, τσαπού, παπάρι, κουκούνα, τσούρα, βίλα
In English
Talk about this word "πούτσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. πούτσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B1 "πούτσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πούτσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}