πέος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πέος¹
- ˈpe.os
Where it comes from
πέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέος.
noun πέος · πέη · πέους · πεών
- το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα ※ Γιώργος Σεφέρης, Μαθιός Πασχάλης, Τα εντεψίζικα
Similar: ανδρικό μόριο, πουλί, φαλλός, λαϊκότροπο, Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) φαλλί, καυλί, καυλιτσέκι, κρεατόβεργα, μαλαπέρδα, ματζαφλάρι, ματσούκα, μπάμπαλο, παλαμάρι, παλούκι, παπαρδέλα, παπάρι, πούλος, πούτσα, πούτσος, τσουτσούλι, τσουτσού, τσουτσούνα, ψώλος, ψώλα, ψωλή, πούτσαρος, πουτσάρα, ψώλαρος, ψωλάρα, αγγούρι
Πέος²
Where it comes from
Πέος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Πέος · Πέου · Peos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: ανδρικό μόριο, πουλί, φαλλός, λαϊκότροπο, Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) φαλλί, καυλί, καυλιτσέκι, κρεατόβεργα, μαλαπέρδα, ματζαφλάρι, ματσούκα, μπάμπαλο, παλαμάρι, παλούκι, παπαρδέλα, παπάρι, πούλος, πούτσα, πούτσος, τσουτσούλι, τσουτσού, τσουτσούνα, ψώλος, ψώλα, ψωλή, πούτσαρος, πουτσάρα, ψώλαρος, ψωλάρα, αγγούρι
In English
- penis male organ for copulation and urination
Talk about this word "πέος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πέος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BF%CF%82 "πέος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πέος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}