σβήνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σβήνω

  • ˈzvi.no

Where it comes from

σβήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σβήνω < αρχαία ελληνική σβέννυμι. (Από τον αόριστο ἔσβην (γ' πληθυντικό: ἔσβησαν) σχηματίστηκε ο νέος αόριστος έσβησα και από αυτόν ο νέος ενεστώτας σβήνω.)

verb σβήνω · έσβησα · σβήνομαι · σβήστηκα · σβησμένος

  1. transitive, μεταβατικό σταματώ κάτι από το να καίει ή να καίγεται Ευτυχώς η Πυροσβεστική πρόλαβε και έσβησε την φωτιά γρήγορα.

    Opposite: ανάβω

  2. transitive, μεταβατικό κάνω κάτι που είναι γραμμένο να μη φαίνεται πια Κωστάκη, σβήσε αυτήν τη λέξη και ξαναγράψε την σωστά, είπε η δασκάλα.

    Similar: διαγράφω · Opposite: γράφω

  3. transitive, μεταβατικό εξαλείφω
  4. transitive, μεταβατικό απενεργοποιώ μια συσκευή Σβήσε το φως όταν φύγεις από το σπίτι για να μην καταναλώνουμε άσκοπα ενέργεια.

    Opposite: ανάβω

  5. transitive, μεταβατικό, γαστρονομία ρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία
  6. intransitive, αμετάβατο σταματώ να καίω η φωτιά έσβησε
  7. intransitive, αμετάβατο σταματώ να λειτουργώ το φως / ο υπολογιστής / το αυτοκίνητο έσβησε ξαφνικά
  8. figuratively, intransitive, αμετάβατο, μεταφορικά ικανοποιώ μια σφοδρή επιθυμία ώστε αυτή να μην είναι πια επιτακτική σβήνω τη δίψα μου
  9. intransitive, vulgar, αμετάβατο, λαϊκότροπο λιποθυμώ ή πεθαίνω

In English

  • kill to render inoperative
  • put out to extinguish (fire)
  • turn off switch off appliance or light
  • erase to remove markings or information
  • rub out delete or erase by rubbing
  • fade to grow weak, lose strength
  • quench to satisfy thirst
  • extinguish to stop (fire, etc.) from burning; to stop (light, etc.) from shining — see also
  • blow out extinguish
  • scratch remove, ignore, or delete
  • switch off turn switch to off position

Talk about this word

Cite this
MLA

"σβήνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σβήνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89

Chicago

"σβήνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σβήνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}