σβήνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σβήνω
- ˈzvi.no
Where it comes from
σβήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σβήνω < αρχαία ελληνική σβέννυμι. (Από τον αόριστο ἔσβην (γ' πληθυντικό: ἔσβησαν) σχηματίστηκε ο νέος αόριστος έσβησα και από αυτόν ο νέος ενεστώτας σβήνω.)
verb σβήνω · έσβησα · σβήνομαι · σβήστηκα · σβησμένος
-
σταματώ κάτι από το να καίει ή να καίγεται
Ευτυχώς η Πυροσβεστική πρόλαβε και έσβησε την φωτιά γρήγορα.
Opposite: ανάβω
- κάνω κάτι που είναι γραμμένο να μη φαίνεται πια Κωστάκη, σβήσε αυτήν τη λέξη και ξαναγράψε την σωστά, είπε η δασκάλα.
- εξαλείφω
-
απενεργοποιώ μια συσκευή
Σβήσε το φως όταν φύγεις από το σπίτι για να μην καταναλώνουμε άσκοπα ενέργεια.
Opposite: ανάβω
- ρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία
- σταματώ να καίω η φωτιά έσβησε
- σταματώ να λειτουργώ το φως / ο υπολογιστής / το αυτοκίνητο έσβησε ξαφνικά
- ικανοποιώ μια σφοδρή επιθυμία ώστε αυτή να μην είναι πια επιτακτική σβήνω τη δίψα μου
- λιποθυμώ ή πεθαίνω
In English
- kill to render inoperative
- put out to extinguish (fire)
- turn off switch off appliance or light
- erase to remove markings or information
- rub out delete or erase by rubbing
- fade to grow weak, lose strength
- quench to satisfy thirst
- extinguish to stop (fire, etc.) from burning; to stop (light, etc.) from shining — see also
- blow out extinguish
- scratch remove, ignore, or delete
- switch off turn switch to off position
Talk about this word "σβήνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. σβήνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89 "σβήνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σβήνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B2%CE%AE%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}