ταλαιπωρία

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

ταλαιπωρία

Откуда оно

ταλαιπωρία < αρχαία ελληνικήταλαιπωρία < ταλαίπωρος

существительное ταλαιπωρία · ταλαιπωρίες · ταλαιπωρίας · ταλαιπωριών

  1. η σωματική ή ψυχική καταπόνηση Μεγάλη ταλαιπωρία στο αεροδρόμιο από την απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.

Похожие: βάσανο, καταπόνηση, κούραση, παίδεμα, τυραννία

Синонимы и антонимы

существительное

Похожие: βάσανο, καταπόνηση, κούραση, παίδεμα, τυραννία

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"ταλαιπωρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%80%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ταλαιπωρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%80%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ταλαιπωρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%80%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταλαιπωρία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%80%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}