κούραση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κούραση
Where it comes from
κούραση < μεσαιωνική ελληνική κούραση < κουράζω + -ση
noun κούραση · κούρασης
- η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος μετά από υπερβολική εργασία. Έχει ως συμπτώματα τη μείωση των δυνάμεων καθώς και της δραστηριότητας, και συνοδεύεται συνήθως από αίσθημα αδυναμίας.
Similar: αποκάμωμα, απόσταμα, αποσταμάρα, αποσταμός, αποστασίλα, εξάντληση, εξουθένωση, κάματος, καταπόνηση, κομμάρα, κόπος, κόπωση, ταλαιπωρία · Opposite: αναπαμός, ανάπαυση, ξαπόσταμα, ξεκούραση, ξεκούρασμα
Thesaurus
noun
Similar: αποκάμωμα, απόσταμα, αποσταμάρα, αποσταμός, αποστασίλα, εξάντληση, εξουθένωση, κάματος, καταπόνηση, κομμάρα, κόπος, κόπωση, ταλαιπωρία · Opposite: αναπαμός, ανάπαυση, ξαπόσταμα, ξεκούραση, ξεκούρασμα
In English
Talk about this word "κούραση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κούραση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7 "κούραση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κούραση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}