τελευταίος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τελευταίος
- te.leˈfte.os
Where it comes from
τελευταίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελευταῖος < τελευτή < τέλος
adjective τελευταίος · τελευταία · τελευταίο · τελευταίου · τελευταίας
- που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας μένουμε στο τελευταίο σπίτι του δρόμου
-
που αναφέρεται ή συνέβη στο κοντινό παρελθόν
τα τελευταία νέα για τον καιρό
Similar: πρόσφατος, φρέσκος · Opposite: προηγούμενος
- που βρίσκεται στο τέλος μιας αξιολογικής κλίμακας είναι ο τελευταίος σπουδαστής, έχει την πιο χαμηλή βαθμολογία
-
που έχει μικρή αξία ή σπουδαιότητα
ακόμη και ο τελευταίος στη βαθμολογία έχει το δικαίωμα να ξαναδοκιμάσει
Similar: ασήμαντος
- που αναφέρεται στο τέλος μιας σειράς σήμερα διάβασα εφημερίδα, έγραψα ένα γράμμα και διόρθωσα ασκήσεις. Το τελευταίο με κούρασε πολύ
Thesaurus
In English
Talk about this word "τελευταίος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τελευταίος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82 "τελευταίος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τελευταίος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}