τελευταίος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τελευταίος

  • te.leˈfte.os

Where it comes from

τελευταίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελευταῖος < τελευτή < τέλος

adjective τελευταίος · τελευταία · τελευταίο · τελευταίου · τελευταίας

  1. που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας μένουμε στο τελευταίο σπίτι του δρόμου

    Similar: έσχατος, ύστατος · Opposite: πρώτος

  2. που αναφέρεται ή συνέβη στο κοντινό παρελθόν τα τελευταία νέα για τον καιρό

    Similar: πρόσφατος, φρέσκος · Opposite: προηγούμενος

  3. που βρίσκεται στο τέλος μιας αξιολογικής κλίμακας είναι ο τελευταίος σπουδαστής, έχει την πιο χαμηλή βαθμολογία

    Similar: χείριστος · Opposite: άριστος

  4. που έχει μικρή αξία ή σπουδαιότητα ακόμη και ο τελευταίος στη βαθμολογία έχει το δικαίωμα να ξαναδοκιμάσει

    Similar: ασήμαντος

  5. που αναφέρεται στο τέλος μιας σειράς σήμερα διάβασα εφημερίδα, έγραψα ένα γράμμα και διόρθωσα ασκήσεις. Το τελευταίο με κούρασε πολύ

Similar: έσχατος, λοίσθιος, στερνός, ύστατος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τελευταίος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τελευταίος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82

Chicago

"τελευταίος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τελευταίος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}