χάσμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χάσμα
Where it comes from
χάσμα < αρχαία ελληνική χάσμα αλλά (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική chasm < λατινικά chasma < αρχαία ελληνική χάσμα (αντιδάνειο)
noun χάσμα · χάσματα · χάσματος · χασμάτων
- το ρήγμα, το άνοιγμα στη (γήινη ή οποιαδήποτε άλλη) επιφάνεια (συνήθως με μεγάλο πλάτος και βάθος) Τὸ χάσμα π' ἄνοιξ' ὁ σεισμὸς κ' εὐθὺς ἐγιόμισ' ἄνθη. (Διονύσιος Σολωμός, Εις το θάνατο κυρίας Αγγλίδας)
- το διάστημα, η απόσταση που χωρίζει δύο πράγματα και ίσως τα κάνει να διαφέρουν
- η αδυναμία ή το κενό στη συνοχή και την αλληλουχία μιας σκέψης, μιας πρότασης, ενός κειμένου κ.λπ., που δημιουργεί ασάφειες ή παρανοήσεις
In English
- hiatus gap in a series
- lacuna absent part in a book
- chasm gap
- discontinuity subterranean interface
Talk about this word "χάσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. χάσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1 "χάσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χάσμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}