χαρά
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
χαρά¹
- xaˈɾa
De unde vine
χαρά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χαρά < χαρ- του χαίρω
substantiv χαρά · χαρές · χαράς · χαρών
-
συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση
※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Asemănătoare: γλυκασμός, ενθουσιασμός, ευχαρίστηση, ικανοποίηση, χαρμονή, χαρμοσύνη · Opus: απογοήτευση, δυσαρέσκεια, θλίψη, λύπη, οδύνη, πίκρα, στενοχώρια
- ένα σύνολο από ευχάριστα πράγματα καιρός να απολαύσουμε τις χαρές του καλοκαιριού
Χαρά²
De unde vine
Χαρά < χαρά
substantiv propriu Χαρά · Chara
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Χαράς)
În engleză
Discută despre acest cuvânt "χαρά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. χαρά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AC "χαρά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AC.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {χαρά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}