άτιμος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άτιμος
- ˈa.ti.mos
Where it comes from
άτιμος < αρχαία ελληνική ἄτιμος < ἀ- + τιμή
adjective άτιμος · άτιμη · άτιμο · άτιμου · άτιμης
-
που δε φέρεται με εντιμότητα, δε δείχνει ή δε φανερώνει εντιμότητα, κι έτσι δεν τον εμπιστεύονται ή δεν τον εκτιμούν
※ «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνστ
Similar: ανέντιμος, αχρείος, ελεεινός · Opposite: έντιμος, τίμιος
-
θετικός χαρακτηρισμός για κάποια καλή συμπεριφορά ή ικανότητα που έχει κάποιος
※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρ
Similar: μπαγάσικος, μπαγάσας
-
αρνητικός χαρακτηρισμός για κάποια κακή συμπεριφορά ή κάτι που μας δυσκολεύει
Similar: αναθεματισμένος, καταραμένος
In English
Talk about this word "άτιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άτιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82 "άτιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άτιμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}