αμετάκλητος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμετάκλητος

  • a.meˈta.kli.tos

Sounds like αμετακλήτως

Where it comes from

αμετάκλητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμετάκλητος < αρχαία ελληνικά ἀ- + μετακαλέω <μετά + καλέω / καλῶ

adjective αμετάκλητος · αμετάκλητη · αμετάκλητο · αμετάκλητου · αμετάκλητης

  1. που δεν μπορεί να μετακληθεί, να αλλάξει αμετάκλητη απόφαση
  2. νομικός όρος δικαστική απόφαση ή βούλευμα που δεν προβάλλεται με ένδικα μέσα (έφεση, αναίρεση)

Similar: αμετάβλητος, αμεταγύριστος, αμετακίνητος, αμετάτρεπτος, ανέκκλητος, ειλημμένος, καθορισμένος, οριστικός, τελειωτικός, τετελεσμένος, τελικός, στάνταρ, στερρός, σκληρός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμετάκλητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμετάκλητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμετάκλητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμετάκλητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}