ανήσυχος
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
ανήσυχος
由来
ανήσυχος < (ελληνιστική κοινή) < ἀν- + αρχαία ελληνική ἥσυχος
形容詞 ανήσυχος · ανήσυχη · ανήσυχο · ανήσυχου · ανήσυχης
-
που δεν είναι ήσυχος, που έχει αναστατωθεί ή ταραχτεί για κάτι
類語: αναστατωμένος, ταραγμένος · 反対語: ήσυχος, ήρεμος
- αεικίνητος
-
που ψάχνει, που ερευνά, που δεν επαναπαύεται
※ Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδ
類語: ερευνητικός · 反対語: αδιάφορος
反対語: ήσυχος
類義語・対義語
形容詞
反対語: ήσυχος
英語で
この単語について話す "ανήσυχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανήσυχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82 "ανήσυχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {ανήσυχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}